Η, ήτα

Το έβδομο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Προέρχεται από το σημιτικό heth (= φράκτης) που παριστανόταν  και δήλωνε έναν λαρυγγικό μετάστενο και διαρκή συμφωνικό φθόγγο. Αυτό τον φθόγγο (δασύ πνεύμα, h) –οοποίος δεν υπήρχε στην Ινδοευρωπαϊκή Πρωτογλώσσα, αλλά είχε δημιουργηθεί εξελικτικά από 6, 6F ή F– τον παρέστησαν οι Έλληνες με τα σημεία . Η πρώτη γραφή ήταν η περισσότερο διαδεδομένη έως τους κλασικούς χρόνους, οπότε επικράτησε η δεύτερη· ιδιόρρύθμα γραφόταν: (Αμβρακία), (Ναύκρατις), (Συρακούσες), (Κύμη), (Τάραντας), (Αρκαδία). Η αρχική αυτή φθογγική αξία του Η (δασύ πνεύμα, η) αποδεικνύεται από αττικές επιγραφές του 5ου αι. π.Χ. : ΗEKATON, ΗΙΕΡΟΣ (= εκατόν, ιερός). Στην Ιωνία όμως γρήγορα έπαψε να προφέρεται το δασύ πνεύμα και έτσι το Η, που έμεινε διαθέσιμο, χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει το παλιό μακρό ε (e). Μετά την επικράτηση του ιωνικού αλφάβητου επινοήθηκε (Τάραντας, Ηράκλεια) νέο σημείο για την παράσταση του h, το  (δηλαδή το αριστερό μισό Η)που γραφόταν συντομογραφικά L, για να καταλήξει στη σημερινή δασεία (). Αργότερα, οι Γραμματικοί της Αλεξάνδρειας χρησιμοποίησαν το άλλο μισό (), για να αποδώσουν την ψιλή. Οι Λατίνοι, που πήραν το αλφάβητό τους από τους Έλληνες της Σικελίας, χρησιμοποίησαν το Η για να παραστήσουν τον δασύ φθόγγο που είχε αναπτυχθεί στη γλώσσα τους· την ίδια φωνητική αξία έχει το Η και στα αλφάβητα των γερμανικών γλωσσών. Η μεταγενέστερη όμως –η οποία επικράτησε τελικά– χρήση του Η στις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους ήταν η παράσταση του ινδοευρωπαϊκού μακρού ε (e), (π.χ. ινδοευρωπαϊκή ρίζα ple-, λατινικά pleneus, ελληνικά πλήρης).Εκτός από αυτό, το Η χρησιμοποιήθηκε επίσης για να παραστήσει μερικούς φθόγγους που η προφορά τους πλησίαζε στο e, όπως στην ιωνική και αττική το παλιό ινδοευρωπαϊκό α (ά τιμά – η τιμή) και στη δωρική προϊόντα συναίρεσης (ε + ε, ε + α)ή αντέκτασης. Η προφορά του ποίκιλλε κατά διαλέκτους: στην Ηλεία προφερόταν πολύ ανοιχτό (σαν α),γι’ αυτό και πολλές φορές το αντικαθιστούσαν με το α: πατάρ, μα (= πατήρ, μη). Στη Θεσσαλία και στη Βοιωτία προφερόταν πολύ κλειστό (e)και γι’ αυτό έγραφαν ει αντί η: πατείρ. Από τους ελληνιστικούς χρόνους και έπειτα η προφορά του Η γίνεται ολοένα κλειστότερη και πλησιάζει το ι. Τον 2o αι. μ.Χ. το Η (όπως και τα ει, υ, οι) έχει ταυτιστεί πλήρως με το ι. Φωνητικά, το σημερινό Η είναι φωνήεν κλειστό και ουρανικό. Η αρχαία ανοιχτή προφορά του Η έχει διατηρηθεί μόνο σε διαλέκτους (ποντιακή: μακαρίτες, Παναγιώτες = μακαρίτης, Παναγιώτης). σημιτικό φοινικικό ετρουσκικό κρητικό αρχαϊκό εβραϊκο αρχαϊκό ελληνικό κλασικό λατινικό βυζαντινό γοτθικό

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἦτα — h neut …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ήτα — το (Α ἦτα) η ονομασία τού γράμματος Η, η. [ΕΤΥΜΟΛ. < βορειοσημ. hēth βλ. εγκυκλ. λ. Η, ήτα] …   Dictionary of Greek

  • ήτα μεσόνιο — Στοιχειώδες σωμάτιο που έχει μάζα 547 MeV/c2, σπιν μηδέν, ηλεκτρικό φορτίο μηδέν, μέσο χρόνο ζωής 2 x 10 19 sec, ισοσπίν μηδέν, αρνητική ομοτιμία και θετική G ομοτιμία (κβαντικός αριθμός που διατηρείται μόνο στις ισχυρές αλληλεπιδράσεις και… …   Dictionary of Greek

  • ήτα Τρόπιδος — (Αστρον.). Απομακρυσμένος αστέρας στον αστερισμό της Τρόπιδος. Είναι ένας ανώμαλος μεταβλητός τύπου καινοφανή, με ιδιόρρυθμο φασματικό τύπο και με μεγάλες μεταβολές στο μέγεθος σε πολύ ακανόνιστες περιόδους. Από το 1835 έως το 1845 αποτελούσε τον …   Dictionary of Greek

  • ήτα — το (άκλ.), το γράμμα η …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Η η — ήτα (Α ἦτα) 1. το όγδοο γράμμα τού ελληνικού αλφαβήτου 2. ως αριθμητ. η΄ =8 ή 8ος, ῃ=8.000 ή 8.000ός νεοελλ. μσν. 1. με το Η δηλώνεται η έβδομη ραψωδία τής Ιλιάδας και με το η η έβδομη ραψωδία τής Οδύσσειας νεοελλ. 1. φυσ. Η σύμβολο μονάδας… …   Dictionary of Greek

  • Греческий алфавит — Тип: консонантно вокалическое письмо Языки: греческий …   Википедия

  • μάκρητα — η φρ. «μάκρητα καιρού» το πέρασμα τού χρόνου (Ερωφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < μακρός + κατάλ. ητα (πρβλ. έχθρ ητα, κάκ ητα)] …   Dictionary of Greek

  • μάχητα — και μάχιτα, η μάχη, έχθρα, διαμάχη 2. αγωνία, βάσανο («να πάψει και τών δυο η μάχητά τους», κυπρ. ερωτ. τραγούδι). [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. τού μάχη, κατά τα θηλ. σε ητα (πρβλ. άργ ητα, κάκ ητα)] …   Dictionary of Greek

  • ξάργητα — η βραδύτητα, αργοπορία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ξαργώ + κατάλ. ητα (πρβλ. έχθρ ητα, μάν ητά)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.